Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις. Δεν σου λείπει η πληροφορία. Ξέρεις πώς φτιάχνεται μια ρουτίνα, πώς δουλεύει η αναβλητικότητα, ακόμα και γιατί σκοντάφτεις. Ακούς podcasts, διαβάζεις βιβλία, έχεις ακούσει αρκετές φορές για συνήθειες και συστήματα.

Και πάλι δεν το κάνεις.

Αυτό δεν λέει τίποτα για τον χαρακτήρα σου. Λέει όμως κάτι σημαντικό για το χάσμα ανάμεσα στο «ξέρω» και στο «κάνω». Και σε αυτό το επεισόδιο πηγαίνω εκεί ακριβώς: τι βρήκε η έρευνα για αυτό το χάσμα, και ποια μικρή, συνειδητή πράξη χρειάζεται να κάνεις για να το διασχίσεις.

🎧 Άκου το επεισόδιο:

Τρεις διαγνώσεις που δεν ισχύουν

Πριν πάμε στις ιστορίες, αξίζει να ονομάσουμε τις τρεις πιο συνηθισμένες εξηγήσεις, γιατί και οι τρεις φαίνονται αληθινές και δεν είναι.

Η πρώτη: «δεν το θέλω αρκετά». 

Αν δεν το ήθελες, δεν θα διάβαζες αυτό τώρα. Δεν θα ξεκινούσες ξανά και ξανά. Δεν θα ένιωθες ενοχές όταν σταματάς. Η επιθυμία είναι εκεί. 

Αυτό που λείπει δεν είναι η επιθυμία.

Η δεύτερη: «δεν ξέρω αρκετά». 

Κάθε φορά που κολλάς, πας και μαθαίνεις κάτι καινούριο. Άλλο βιβλίο, άλλο επεισόδιο, άλλη τεχνική. Και υπάρχει κάτι παράδοξο που συμβαίνει: όσο περισσότερα ξέρεις, τόσο βαρύτερη γίνεται η ενοχή. Γιατί τώρα ξέρεις και δεν κάνεις, οπότε η ενοχή έχει και αποδείξεις. 

Η πληροφορία δεν είναι το εμπόδιο. Πολλές φορές είναι η άμυνα.

Η τρίτη, και αυτή είναι η πιο ύπουλη: «τώρα που κατάλαβα γιατί συμβαίνει, αυτό που θέλω θα αλλάξει». 

Η κατανόηση ανακουφίζει. Και η ανακούφιση μοιάζει τόσο πολύ με πρόοδο, που πολλές φορές την αντικαθιστά. 

Η αναγνώριση όμως είναι εκκίνηση. Δεν είναι τελικός σταθμός.

Είσαι πολύ κοντά για να δεις

Πόσες συμβουλές έχεις δώσει σε φίλη σου που δεν έχεις εφαρμόσει ποτέ στον εαυτό σου; Η λύση ήταν ολοφάνερη για εκείνη, και εσύ την έβλεπες αμέσως. Κι εκείνη σε κοίταζε σαν να είχες πει κάτι σαφές που η ίδια δεν μπορούσε να δει.

Δεν είσαι υποκρίτρια. Είσαι πολύ κοντά.

Ο ψυχολόγος Ethan Kross στο Πανεπιστήμιο του Michigan έκανε ένα πείραμα που αρχικά φαινόταν απλό. Κάλεσε δεκάδες φοιτήτριες και τους είπε ότι σε λίγα λεπτά θα πρέπει να κάνουν καλή πρώτη εντύπωση σε κάποιον άγνωστο, ενώ ψυχολόγοι της ομάδας τις αξιολογούν. Ένα σενάριο μέγιστου άγχους.

Πριν μπουν, τους ζήτησε να σκεφτούν πώς νιώθουν. Μία ομάδα το έκανε με «εγώ»: γιατί νιώθω έτσι, τι με φοβίζει. Η άλλη ομάδα το έκανε με το όνομά της: «Γιατί νιώθει έτσι η Μαρία; Τι χρειάζεται η Μαρία αυτή τη στιγμή;»

Τίποτα άλλο δεν άλλαξε. Ίδιο δωμάτιο, ίδια δοκιμασία, ίδια στιγμή. Μία λέξη διαφορά.

Όσες μίλησαν στον εαυτό τους με το όνομά τους κρίθηκαν ως λιγότερο αγχωμένες και με καλύτερη επίδοση. Και κάτι ακόμα: σκάλωσαν λιγότερο μετά. Δεν ξανασκέφτονταν κατ’ εξακολούθηση τη στιγμή, δεν κουβαλούσαν αυτό που είχε συμβεί ώρες μετά.

Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε με ομιλία μπροστά σε κοινό. Και όταν έλεγξαν με απεικόνιση εγκεφάλου, βρήκαν κάτι που δεν περίμεναν: οι περιοχές που ανάβουν όταν κοιτάμε τον εαυτό μας δούλευαν λιγότερο. Χωρίς να χρειαστεί επιπλέον αυτοέλεγχος. Χωρίς να πιεστούν. Απλώς έκαναν ένα βήμα πίσω στο πώς παρατηρούσαν τον εαυτό τους.

Αυτή η δεξιότητα έχει όνομα: μεταγνώση. Η ικανότητα να βλέπεις τη σκέψη σου ως σκέψη, και όχι ως αλήθεια. Δεν είναι χάρισμα. Είναι απόσταση, και η απόσταση είναι κάτι που καλλιεργείται.

Και την καλλιεργείς ήδη κάθε φορά που μιλάς σε κάποια φίλη σου. Εκείνη τη στιγμή δεν είσαι άλλος άνθρωπος. Είσαι εσύ, από απόσταση. Άρα δεν σου λείπει κρίση. Σου λείπει απόσταση από τον εαυτό σου. Και ο πιο απλός τρόπος να την πάρεις είναι ένα χαρτί: μόλις γράψεις μια σκέψη, δεν είσαι μέσα της. Είσαι απέναντί της.

Οι μηχανικοί που έγραφαν

Κάπου στα 1990s μια μεγάλη εταιρεία υπολογιστών στο Τέξας απολύει μαζικά ανώτερους μηχανικούς. Άνθρωποι με είκοσι, τριάντα χρόνια εμπειρίας μένουν άνεργοι από τη μια μέρα στην άλλη. Περνούν μήνες και σχεδόν κανείς δεν έχει βρει δουλειά. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν πρόβλημα γνώσης. Ήξεραν ακριβώς πώς ψάχνεις δουλειά. Ήξεραν τι πρέπει να κάνουν.

Πέντε μήνες μετά τις απολύσεις, τρεις ερευνητές τους χωρίζουν σε ομάδες. Η πρώτη γράφει είκοσι λεπτά την ημέρα, πέντε μέρες την εβδομάδα, για το τι τους συμβαίνει: τον θυμό, τον φόβο, την ντροπή. Τι σημαίνει να σε πετάξουν έξω μετά από τριάντα χρόνια. Η δεύτερη ομάδα επίσης γράφει, αλλά πρακτικά: πώς οργανώνω τη μέρα μου, τι θα κάνω αύριο. Η τρίτη ομάδα δεν γράφει τίποτα.

Οκτώ μήνες μετά, από την ομάδα που έγραφε για το τι της συμβαίνει είχαν βρει δουλειά πλήρους απασχόλησης περισσότεροι από τους μισούς. Από τις άλλες δύο ομάδες, σαφώς λιγότεροι.

Και εδώ είναι το εύρημα που αλλάζει την ιστορία.

Οι ερευνητές έλεγξαν αν αυτοί που έγραφαν έστειλαν περισσότερα βιογραφικά και πήγαν σε περισσότερες συνεντεύξεις. Δεν έστειλαν. Το κίνητρό τους δεν άλλαξε. Άλλαξε η στάση τους απέναντι σε αυτό που τους είχε συμβεί. Πήγαιναν στην ίδια συνέντευξη χωρίς να κουβαλούν τον θυμό μαζί τους.

Το γράψιμο δεν τους έδωσε ενέργεια. Αφαίρεσε ένα βάρος.

Κι εδώ αξίζει να το παραδεχτείς στον εαυτό σου ανοιχτά: κάθε φορά που πας να ξεκινήσεις αυτό το ένα πράγμα, δεν πηγαίνεις μόνη. Πηγαίνεις μαζί με όλες τις προηγούμενες φορές που το ξεκίνησες και σταμάτησες. Με τη φωνή που λέει «πόσο θα κρατήσει αυτή τη φορά;». Με την ντροπή για τα χρόνια που πέρασαν. 

Αυτά δεν είναι σκέψεις. Είναι βάρος. Και προσπαθείς να ξεκινήσεις κρατώντας το.

Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να νιώσεις πρώτα έτοιμη για να ξεκινήσεις. Γράφεις πρώτα, ξαλαφρώνεις μετά. Όχι για να θεραπευτείς. Για να δεις τι κρατάς και τι μπορείς να αφήσεις πίσω.

Το πότε και το πού

  1. Βρισκόμαστε σε ένα πανεπιστήμιο, λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Οι ερευνητές ζητούν από φοιτητές να γράψουν μια εργασία μέσα στις διακοπές. Μετρούν πρώτα: πόσο το θέλουν, πόσο σημαντική είναι η εργασία για εκείνους, πόσο δύσκολη τη βρίσκουν. Οι δύο ομάδες βγαίνουν ίδιες.

Από τη μία ομάδα ζητούν ένα μόνο πράγμα παραπάνω: να γράψουν πότε και πού θα κάτσουν να γράψουν την εργασία. Ημέρα, ώρα, μέρος. Μία γραμμή.

71% αυτών που είχαν γράψει το πότε και το πού παρέδωσε την εργασία. Και μόνο 32% αυτών που είχαν απλά την πρόθεση.

Αυτό που πρέπει να κρατήσεις δεν είναι το ποσοστό. Είναι αυτό που μέτρησαν στην αρχή: οι δύο ομάδες δεν διέφεραν στο πόσο το ήθελαν. Καθόλου.

Άρα κάθε φορά που λες «θα ξεκινήσω από Δευτέρα» και δεν ξεκινάς, δεν είσαι ασυνεπής. Δεν είσαι κάποια που δεν το θέλει αρκετά. Είσαι κάποια με πρόθεση χωρίς προορισμό. Η απόσταση από το «θέλω» στο «το έκανα» δεν είναι ένα καλύτερο, αυτοβελτιωμένο εγώ. Είναι ένα «πότε» και ένα «πού».

Και πρόσεξε τι κατέρρευσε μόλις: δεν κατέρρευσε μια συνήθεια. Κατέρρευσε ένα αφήγημα χρόνων: ότι αν δεν το κάνεις, δεν το θέλεις αρκετά. Αυτό δεν το λέω για να σε παρηγορήσω. Έχει μετρηθεί επιστημονικά.

Προσοχή όμως: Αυτό δουλεύει εξαιρετικά για να ξεκινήσεις κάτι. Δουλεύει λιγότερο για να μείνεις συνεπής σε αυτό. Οι ίδιοι ερευνητές το λένε: το «πότε και πού» λύνει το πρόβλημα της εκκίνησης, όχι το πρόβλημα της διάρκειας. Το ξεκίνημα το κάνεις μόνη, με ένα χαρτί, σήμερα. Το να μένεις συνεπής θέλει κάτι που δεν σου δίνει το χαρτί: κάποιον που περιμένει να σε δει, και μια πόρτα να ξαναμπείς όταν χάσεις μια εβδομάδα.

Αυτόν τον μήνα: Δέσμευση

Δέσμευση δεν είναι πόσο πολύ το θέλεις. Δεν είναι πειθαρχία, ούτε λόγος τιμής, ούτε υπόσχεση στον εαυτό σου παραμονή Πρωτοχρονιάς που εξαϋλώνεται στις 5 Ιανουαρίου.

Δέσμευση είναι το πότε και το πού.

Τι χρειάζεσαι πρακτικά

Όχι τρεις ασκήσεις. Μία σελίδα χαρτί, δέκα λεπτά, σήμερα.

Πάνω πάνω: τι κουβαλάς για αυτό το ένα πράγμα που δεν κάνεις. Χωρίς να το εξωραΐσεις, χωρίς να βγάλεις συμπέρασμα. Δεν το διαβάζει κανείς εκτός από σένα.

Στη μέση: μία πρόταση, τι θα έλεγες σε μια φίλη που είναι ακριβώς στη θέση σου. Γράψ’ τη σε τρίτο πρόσωπο, με το δικό της όνομα. Δηλαδή με το δικό σου.

Κάτω κάτω: μία γραμμή. «Την Τρίτη, στις οκτώ, στην κουζίνα, θα κάνω αυτό.» Μία. Όχι εβδομαδιαίο πρόγραμμα.

Αν σου πάρει περισσότερο από δέκα λεπτά, κάτι κάνεις λάθος, και το λάθος είναι πιθανότατα ότι προσπαθείς να το κάνεις τέλεια.

Κάτι τελευταίο

Δεν σου λείπει πληροφορία. Ξέρεις ήδη αρκετά. Αυτό που χτίζεις από εδώ και πέρα είναι μία δεξιότητα: να βλέπεις τι σε μπλοκάρει την ώρα που σε μπλοκάρει. Λέγεται μεταγνώση. Και δεν χτίζεται με ακόμα ένα επεισόδιο.

Χτίζεται με δέκα λεπτά με χαρτί και μολύβι, μερικές φορές την εβδομάδα, και με κάποιον που δεν σε αφήνει να εξαφανιστείς.

Αυτό χτίζουμε μέσα στο Growth Academy. Δεν είναι ακόμα ένα πρόγραμμα με υλικό που θα μείνει αδιάβαστο. Είναι δομή, δέκα λεπτά τη φορά, μαζί με ανθρώπους που δουλεύουν το ίδιο πράγμα. Και επιστρέφεις χωρίς εξηγήσεις, όσο κι αν λείψεις.

Κι αν θέλεις βαθύτερη, εξατομικευμένη δουλειά, δες τις επιλογές 1:1 coaching.

~ Φύλλις


Βιβλιογραφία

Kross, E., Bruehlman-Senecal, E., Park, J., Burson, A., Dougherty, A., Shablack, H., Bremner, R., Moser, J., & Ayduk, O. (2014). Self-Talk as a Regulatory Mechanism: How You Do It Matters. Journal of Personality and Social Psychology, 106(2), 304-324.

Kross, E., & Ayduk, O. (2017). Self-Distancing: Theory, Research, and Current Directions. Advances in Experimental Social Psychology, 55, 81-136.

Spera, S. P., Buhrfeind, E. D., & Pennebaker, J. W. (1994). Expressive Writing and Coping with Job Loss. Academy of Management Journal, 37(3), 722-733.

Gollwitzer, P. M., & Brandstätter, V. (1997). Implementation Intentions and Effective Goal Pursuit. Journal of Personality and Social Psychology, 73(1), 186-199.

Gollwitzer, P. M., & Sheeran, P. (2006). Implementation Intentions and Goal Achievement: A Meta-Analysis of Effects and Processes. Advances in Experimental Social Psychology, 38, 69-119.

 

Χρήσιμο; Μοιράσου το!

Νιώθεις ότι τρέχεις χωρίς να φτάνεις πουθενά; Εδώ θα βρεις εργαλεία, υποστήριξη και κοινότητα για να δεις καθαρά και να κάνεις το επόμενο βήμα.

Φύλλις Γαβριηλίδου

Συγγραφέας | Podcaster | Founder of Growth Academy

Το όνομά μου είναι Φύλλις Γαβριηλίδου. Έχω βοηθήσει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους μέσα από τα podcasts μου The Brain Hacking Academy και Φυλλισοφίες που μαζί μετρούν 2,1+ εκατομμύρια ακροάσεις. Παράλληλα, έχω δουλέψει προσωπικά με εκατοντάδες, βοηθώντας τους να ξεκαθαρίσουν τι θέλουν, να ορίσουν σαφείς στόχους και να βρουν τον τρόπο να δημιουργήσουν τη ζωή που θέλουν.

Το ίδιο μπορώ να κάνω και για σένα.

Positive SSL