“Γαβριηλίδου, μου αρέσουν οι επαναστάτες, αλλά όχι εκείνοι χωρίς αιτία!”

Αυτή είναι μια φράση που μου έλεγε συχνά ένας πολύ αγαπημένος μου καθηγητής στο λύκειο και για κάποιον λόγο δεν μπόρεσα να ξεχάσω ποτέ. Μάλιστα, είναι από τα λίγα πράγματα που μου έλεγαν οι καθηγητές μου και τα θυμάμαι ακόμα και ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω την αιτία που έχει χαραχτεί ανεξήτιλα στη μνήμη μου. Το τελευταίο διάστημα βέβαια άλλαξαν πολλά πράγματα για μένα. Όχι τόσο στη ζωή μου, όσο στο πώς βλέπω τη ζωή μου και τον εαυτό μου μέσα σε αυτήν. Έτσι άρχισα να καταλαβαίνω και πράγματα που τόσον καιρό φάνταζαν δυσνόητα ή ακόμα και δίχως νόημα.

Επαναστάτης χωρίς αιτία, λοιπόν; Και γιατί να γίνει κανείς επαναστάτης εξ αρχής αν δεν έχει κάποιον λόγο;

Αυτά τα ερωτήματα έθεσα στον εαυτό μου πρόσφατα και γι’αυτό αποφάσισα να τα βάλω κάτω και να σκεφτώ όλες εκείνες τις φορές που “επαναστάτησα” στη ζωή μου και να αναλογιστώ αν υπήρχαν πραγματικές αιτίες ή αν ο καθηγητής μου είχε δίκιο τελικά.

Κατέληξα, λοιπόν, στο συμπέρασμα πως η σημαντικότερη επανάσταση που έκανα πάντα στη ζωή μου με κάποιον τρόπο σχετιζόταν έμμεσα ή και άμεσα με την αυτοεικόνα μου και τη σχέση που έχω με το ίδιο μου το σώμα. Από μικρή ήμουν αρκετά ευτραφής και το περιβάλλον μου φρόντιζε πάντα να μου το θυμίζει. Αυτό, όπως ήταν αναμενόμενο, μου δημιούργησε πολλών ειδών ανασφάλειες που με οδήγησαν στο να επιδιώκω πάντα να περνάω απαρατήρητη, αλλά ταυτόχρονα να κάνω τα πάντα για να γίνομαι αρεστή και αποδεκτή από τους άλλους.

Όλο αυτό ήταν για μένα τρομερά καταπιεστικό και ψυχαναγκαστικό. Έμπαινα πάντα σε συμπεριφορές που έβαζαν μπροστά όλους τους άλλους και εμένα μονίμως στο παρασκήνιο, για να μη φανώ και δει κανείς τις ανασφάλειές μου. Η ψυχή μου, όμως, διψούσε για προσοχή και ενδιαφέρον. Ένιωθα βαθιά μέσα μου πως δεν είχα έρθει σε αυτόν τον κόσμο για να ζω έτσι. Μόνο που δεν μπορούσα να έχω αυτό που πραγματικά ήθελα, γιατί έτσι θα αποκαλυπτόμουν. Ζούσα μονίμως με αυτόν τον εσωτερικό διχασμό που στην ουσία έβλαπτε μόνο εμένα. Ήθελα ταυτόχρονα δύο πράγματα, τα οποία όμως δεν μπορούσαν να συνυπάρξουν, γιατί πολύ απλά η ύπαρξη του ενός ακύρωνε αυτόματα την ύπαρξη του άλλου.

Ο μόνος άνθρωπος που με καταλάβαινε και ταυτόχρονα δεν ήθελε να με καταλάβει ήμουν πάντα εγώ και επειδή δεν μπορούσα όλο αυτό να το διαχειριστώ διαφορετικά, στρεφόμουν πάντα εναντίον του ίδιου μου του εαυτού.

Όλο μου το ταξίδι αφορά την ίδια μου την αυτοεικόνα, όπως ανέφερα νωρίτερα. Στην αρχή αντιδρούσα μέσω της υπερφαγίας. Ήξερα τι σκέφτονταν οι άλλοι (και εγώ) για μένα και υπήρχαν στιγμές που δεν άντεχα άλλο, τους έγραφα όλους και έτρωγα ό,τι ήθελα, όποτε ήθελα. Αυτός ήταν ο τρόπος της επαναστάτριας μέσα μου αντιδράσει και να δείξει στους άλλους (και σε μένα την ίδια) ότι δεν την ένοιαζε τίποτα. Βέβαια, το αίσθημα ικανοποίησης κρατούσε για πολύ λίγο και ακολουθούνταν πάντα από τύψεις, ενοχές και ακόμα μεγαλύτερες ανασφάλειες. Έπειτα η υπερφαγία μετατράπηκε σε ανορεξία και η επανάσταση συνεχίστηκε με μεγαλύτερη ένταση. Κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μου υπήρχε πάντα η φράση ‘Θα (σου) σας δείξω εγώ!’ και κάπως έτσι η επανάσταση συνεχίστηκε. Έπειτα συνδυάστηκε με το κάπνισμα και έφτασε στο απώγειό της. Όταν κάποια στιγμή λιποθύμησα αποφάσισα συνειδητά να μετριάσω τις προσπάθειες. Βέβαια, κάποια στιγμή ξανακύλησα γιατί τα πράγματα στις διαπροσωπικές μου σχέσεις δεν πήγαιναν καθόλου καλά (λογικό, θα μου πείτε τώρα). Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι κάθε μου εσωτερική επανάσταση είχε σαν εργαλείο το φαγητό ή την απουσία του, γιατί αυτό ήταν το μόνο πράγμα που αισθανόμουν ότι μπορούσα πραγματικά να ελέγξω όταν τίποτα δεν πήγαινε καλά. Μου έδινε πάντα την αίσθηση ότι εγώ είχα τον έλεγχο.

Όπως πρόσφατα μου είπε και μια ψυχολόγος σε συζήτηση επί του θέματος, όμως, ακόμα και όλα τα άσχημα που μπορεί να περνάμε παίζουν κάποιον ρόλο, είναι εκεί για να μας προστατεύσουν από κάτι. Όμως κάτι τέτοιο δεν ξεπερνιέται εύκολα, το κουβαλάς μαζί σου μια ζωή και ο μόνος τρόπος να το αποβάλλεις είναι το να συνειδητοποιήσεις την κατάσταση και να αρχίσεις να το διαχειρίζεσαι με συναίσθηση και κατανόηση. Φυσικά και δεν υπήρξαν τέτοιες συνθήκες για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου. Κάθε φορά, λοιπόν, που τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά και που ένιωθα να χάνω το έλεγχο «επαναστατούσα» χρησιμοποιώντας το ίδιο εργαλείο. Και κάθε φορά επέτρεπα στον ίδιο φαύλο κύκλο να με στοιχειώνει. Υπερφαγία, ανορεξία, ορθορεξία, υπερβολική άσκηση, κάπνισμα, τροφική εξάρτηση… Όλα στο όνομα μιας σιωπηλής επανάστασης ενός καταπιεσμένου εαυτού που αποζητούσε να φανεί, να εκφραστεί ελεύθερα και να σταματήσει να φοβάται τα βλέμματα, την απαξίωση, την απόρριψη.

Βλέπετε, η πραγματική σύγχιση οφείλονταν στο γεγονός πως αισθανόμουν πάντα διαφορετική και νόμιζα πως η όλη διαφορετικότητα είχε να κάνει με την εξωτερική μου εμφάνιση. Αυτό γιατί, ίσως και σαν κοινωνία, εστιάζουμε περισσότερο στην εξωτερική εμφάνιση. Και εκείνο που αποζητάμε όταν δεν αισθανόμαστε καλά με τον εαυτό μας είναι το να μοιάζουμε στους άλλους. Η πραγματικότητα, όμως, ήταν πως αισθανόμουν διαφορετική στην ουσία μου και όχι στην παρουσία μου. Και αυτό με τρόμαζε περισσότερο από καθετί.

Η διαφορετικότητά μας, όμως, είναι εκείνο που έχουμε χρέος να τιμήσουμε σε αυτήν τη ζωή. Είναι θλιβερό που αναγκάζουμε τα παιδιά από πολύ νωρίς να μπουν σε καλούπια, να απαρνηθούν τη δημιουργικότητα και τις ευαισθησίες τους, να γίνουν ένα με τη μάζα. Μην τυχόν και ξεχωρίσουν πολύ και δεν θελήσει κανείς να τα δεχτεί όπως είναι. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι φοβόμαστε οτιδήποτε διαφορετικό που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε. Είναι κι αυτό μια ένδειξη του ότι φοβόμαστε την ίδια μας την διαφορετικότητα και προσπαθούμε να την κρύψουμε με κάθε τρόπο.

Υποψιάζομαι, λοιπόν, πως οποιαδήποτε «επανάσταση» απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό προέρχεται από τον ίδιο μας, τον πραγματικό εαυτό που δεν θέλει να μένει κρυμμένος. Και είναι η ίδια επανάσταση που βλέπω γύρω μου συνέχεια, εκφρασμένη πάντα με διαφορετικό τρόπο, στην ουσία της όμως ίδια. Η ίδια ανάγκη να είμαστε αυτό που είμαστε χωρίς λογοκρισία.

Χωρίς αιτία, λοιπόν; Δε νομίζω.

Πολύ λίγοι κάνουν κλικ εδώ...