Πριν λίγες μέρες έπινα καφέ με έναν πολύ καλό μου φίλο, τον οποίο εκτιμώ πάρα πολύ γιατί, εκτός του ότι είναι από εκείνους τους ανθρώπους που είναι πάντα έτοιμοι να προσφέρουν και να βοηθήσουν, ανήκει και σ’εκείνη την κατηγορία των δημιουργικών ανθρώπων με ταλέντο που μπορείς να τους φανταστείς να δημιουργούν απίστευτα όμορφα και εμπνευσμένα έργα μέσω της τέχνης τους. Κάνουμε πάντα πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις που πάντα καταλήγουν κάπου αλλού και είναι αδύνατον να προβλέψουμε πού μπορεί να οδηγηθεί η συζήτηση. Το σίγουρο είναι πως φεύγω κάθε φορά ανανεωμένη με καινούρια έμπνευση και φρέσκες ιδέες.

Αυτή τη φορά συζητήσαμε πολύ περί αναβλητικότητας και όταν έφυγα από τη συζήτηση και σκέφτηκα λίγο όσα είχαμε πει, επέστρεψαν στο νου μου πολλά πράγματα που είχα ξεχάσει. Θυμήθηκα έναν από τους πολλούς παλιούς μου εαυτούς, εκείνον που αρεσκόταν στο να φαντάζεται απλά «τι θα γινόταν αν…» και δεν έκανε ποτέ ούτε μισό βήμα για να μετατρέψει το «αν» σε πραγματικότητα. Άρχισα μετά να σκέφτομαι πόσο πολύ έχει αλλάξει αυτό τώρα πια και προσπάθησα να βρω τους λόγους που με έκαναν να μένω εγκλωβισμένη στο ίδιο σημείο. Πιστεύω πως πρέπει να αντιμετωπίζουμε τα πάντα στη ζωή ως μαθητές και να κρατάμε τις καλύτερες σημειώσεις, να διαλογιζόμαστε πάνω σε καθετί που μπορεί να μας προβληματίζει και να αμφισβητούμε οτιδήποτε δε μας πείθει, ακόμα κι αν αυτό είναι προϊόν των ίδιων μας των σκέψεων – ειδικά τότε…

Κατέληξα, λοιπόν, σε μερικά πολύ χρήσιμα συμπεράσματα και θέλω τώρα να τα μοιραστώ μαζί σας. Εκείνα που με κρατούσαν δέσμια μία ζωή και δεν μου επέτρεπαν να εξελιχθώ και να έρθω πιο κοντά σε αυτό που είμαι πραγματικά ήταν ο φόβος μπροστά  στην αποτυχία, την κριτική και το άγνωστο. Αν όμως κάτσει κανείς και το σκεφτεί θα καταλήξει στο συμπέρασμα που κατέληξα κι εγώ. Ότι δηλαδή και οι τρεις αυτοί φόβοι είναι παράλογοι και ο μόνος σκοπός, τον οποίο εξυπηρετούν, είναι το να μας κρατούν μέσα σε μια καλά οργανωμένη, βαρετή και μέτρια ζώνη άνεσης, μην τυχόν και ανακαλύψουμε ποιοι πραγματικά είμαστε και χάσει ο μικρός μας εαυτούλης τη βολή του.

Ξεκινώντας την ανάλυση του πρώτου φόβου θα πω κάτι που θεωρώ πολύ σημαντικό. Πιστεύω πως είναι προτιμότερο να αποτύχεις σε κάτι που αγαπάς, παρά να περάσεις μια ζωή πετυχαίνοντας ή ακόμα και αποτυγχάνοντας σε κάτι με το οποίο απλά συμβιβάστηκες από φόβο. Το πρώτο θα σου δίνει χαρά και θα σε κάνει να αισθάνεσαι ολοκληρωμένος ακόμα κι όταν τα πράγματα δε θα γίνονται όμως τα θέλεις, το δεύτερο απλά θα σε εξαντλεί και, ό,τι κι αν κάνεις, θα ψάχνεις πάντα να γεμίσεις το κενό με κάτι άλλο. Πάντα υπάρχει χρόνος στη ζωή μας για να ασχοληθούμε με εκείνο που αγαπάμε. Από φόβο πως δεν θα τα καταφέρουμε, όμως, εφευρίσκουμε τις καλύτερες δικαιολογίες και συνήθως φταίει κάτι άλλο όπως το περιβάλλον, η δουλειά, οι συνάδελφοι, οι γονείς μας, ο σύντροφός μας και πάει λέγοντας. Η αλήθεια όμως είναι πως διαθέτουμε όλοι τις ίδιες εικοσιτέσσερις ώρες. Το τι επιλέγουμε τελικά να κάνουμε μέσα σε αυτόν το χρόνο καθώς και το πώς επιλέγουμε να το κάνουμε είναι καθαρά δική μας επιλογή και αυτή η επιλογή εξαρτάται μόνον από εμάς τους ίδιους. Όσο κι αν κατηγορήσουμε το περιβάλλον μας, η αλήθεια παραμένει μία: ο τρόπος που ζούμε και αντιμετωπίζουμε τις καταστάσεις είναι δική μας απόφαση. Μένει μόνο να αναλάβουμε την ευθύνη.

Ο δεύτερος φόβος είναι πολύ ύπουλος. Ακόμα πιο ύπουλος από τον πρώτο. Ο φόβος μπροστά στην κριτική των άλλων δεν είναι τίποτα άλλο παρά προβολή του φόβου μπροστά στην κριτική που ασκούμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας. Κάθε φορά που σκεφτόμαστε πως θα μας κοροϊδέψουν, θα μας χλευάσουν, θα μας ειρωνευτούν, κοροϊδεύουμε, χλευάζουμε, ειρωνευόμαστε εμείς οι ίδιοι τους εαυτούς μας, επειδή εμείς οι ίδιοι πιστεύουμε πως δεν είμαστε αρκετοί, πως δεν έχουμε τίποτα να δώσουμε. Η αλήθεια, όμως, και σε αυτήν την περίπτωση είναι πως ο καθένας από εμάς είναι μοναδικός και δεν υπάρχει τίποτα και κανείς στον πλανήτη που να συνδυάζει τις ίδιες εμπειρίες, τις ίδιες γνώσεις και τα ίδια χαρίσματα. Ο καθένας από εμάς έχει κάτι διαφορετικό να δώσει και αυτό το κάτι είναι σημαντικό και υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που το έχουν ανάγκη και μόλις το δουν θα το αναγνωρίσουν. Το μόνο που μένει σε αυτήν την περίπτωση λοιπόν, είναι το να πάρει κανείς την απόφαση να αφεθεί με κίνδυνο όλα τα παραπάνω και να εκτεθεί. Να εκτεθεί κι ας γελάσουν. Να εκτεθεί αφού πρώτα απ’ όλα βρει τι είναι εκείνο που κάνει την καρδιά του να χαμογελάει.

Ο τρίτος φόβος έχει να κάνει με κάτι που ξεχάσαμε και κάτι άλλο που μάθαμε. Είναι ο φόβος μπροστά στο άγνωστο, αλλά πιστεύω πως κανένας από εμάς δε γεννήθηκε με αυτόν. Όταν ήμασταν παιδιά έρχόμασταν όλοι διαρκώς αντιμέτωποι με το άγνωστο και παρ’ όλα αυτά καταφέραμε να μάθουμε, να εξελιχθούμε και να μεγαλώσουμε. Κάπου στα μέσα της εξέλιξής μας, όμως, ξεχάσαμε πώς είναι και μάθαμε τι σημαίνει η λέξη «πρέπει». Χαθήκαμε μέσα σε αυτά τα «πρέπει» και παραχωρήσαμε την ελευθερία μας, τη δημιουργικότητά μας και την έμπνευσή μας. Μπήκαμε στη ζώνη άνεσής μας, κλειδώσαμε και πετάξαμε και το κλειδί. Μόνο που το κλειδί παραμένει κάπου εκεί μέσα μαζί μας και ο σίγουρος τρόπος για να το βρούμε είναι η αμφισβήτηση. Βλέπετε, όταν αρχίσει κανείς να αναρωτιέται το γιατί πρέπει να είναι τα πράγματα όπως είναι, καταλήγει πολλές φορές στο να μη βρίσκει καμία λογική απάντηση. Κι αν δεν υπάρχει λογική απάντηση τότε θα πρέπει να ακολουθεί μια λογική ερώτηση και η λογική ερώτηση είναι το «πώς» και το «τι». Αν αρχίσουμε να θέτουμε στον εαυτό μας τα σωστά ερωτήματα, ίσως αρχίσουμε να βρίσκουμε και τις σωστές απαντήσεις. Αν βρούμε πώς μπορούμε εμείς οι ίδιοι να αλλάξουμε και τι μπορούμε να κάνουμε για να γίνουν τα πράγματα όπως θα θέλαμε, τότε ίσως καταλήξουμε και πιο ευτυχισμένοι. Το λιγότερο που θα έχουμε καταφέρει θα είναι να κάνουμε ένα βήμα έξω από τα όριά μας και αυτό από μόνο του αποτελεί επίτευγμα εξίσου μεγάλο με εκείνο το πρώτο βήμα στο φεγγάρι σε προσωπικό επίπεδο.

Δεν υπάρχει λόγος να φοβόμαστε και ακόμα κι αν φοβόμαστε, δεν υπάρχει λόγος να παραλύουμε και να μένουμε ακίνητοι. Στη φύση ό,τι παραμένει ακίνητο ατροφεί και πεθαίνει. Είμαστε κι εμείς μέρος της φύσης, αν και πολλές φορές μας βολεύει το να το ξεχνάμε.

Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε πως η Ρώμη δε χτίστηκε μέσα σε μια μέρα. Το να περιμένουμε πως σήμερα θα πάρουμε μια απόφαση και αύριο θα έχει αλλάξει η ζωή μας είναι ουτοπικό και πολλές φορές μάλιστα αυτή η ουτοπία οδηγεί σε δυστοπία. Κανείς δεν είπε πως όλο αυτό δεν απαιτεί δουλειά, και πρώτα απ’όλα με τους ίδιους μας τους εαυτούς. Η ανταμοιβή όμως του να κάνεις εκείνο που πραγματικά κάνει τη καρδιά σου να χαμογελάει είναι τόσο μεγάλη που δεν ανταλλάσεται με τίποτα. Αρκεί να θυμάσαι πως το μόνο που μπορείς πραγματικά να ελέγξεις είναι το επόμενο βήμα που θα οδηγήσει στο μεθεπόμενο. Καλό είναι να έχεις μπροστά σου το βουνό, ή αλλιώς το στόχο, αλλά όλα γίνονται πολύ πιο εύκολα όταν επιλέγεις να κοιτάζεις μόνο  αυτό που υπάρχει μπροστά σου τη δεδομένη στιγμή.

Η ζωή, όπως λέει ο Έκχαρτ Τόλλε, είναι χορεύτρια κι εμείς είμαστε ο χορός. Εγώ θα προσθέσω πως δε μας δίνει κανένας το δικαίωμα να σταματήσουμε τη μουσική.

 

Το post «Όσο φοβάσαι χαίρομαι – με αγάπη, ο Εαυτός σου» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη σελίδα Φάε τη σοκολάτα σου. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση με υποχρεωτική αναφορά της αρχικής πηγής.

Πολύ λίγοι κάνουν κλικ εδώ...