Δεν είναι εύκολο να βρεις τη φωνή σου. Ό,τι και να προσπαθείς να κάνεις δεν είναι εύκολο. Προϋποθέτει πως έχεις αφήσει πίσω ανασφάλειες, κόμπλεξ, ταμπού, προκαταλήψεις και πως έχει πάψει να σε νοιάζει τι λένε οι άλλοι και σε ενδιαφέρει μόνο το να αισθάνεσαι εσύ καλά και να είσαι αληθινός.

Όταν δεν αισθανόμαστε καλά με τον εαυτό μας, όταν δε μπορούμε να πούμε αυτά που πραγματικά σκεφτόμαστε και να εκδηλώσουμε τα συναισθήματά μας αφιλτράριστα, χωρίς φόβο, βρίσκουμε πάντα άλλους τρόπους για να καλύψουμε το κενό που δημιουργείται μέσα μας. Και επειδή το να εκφράζει κανείς την αλήθεια του είναι πολύ προσωπική και σημαντική ανάγκη, αντικαθίσταται συνήθως από μια άλλη προσωπική και σημαντική ανάγκη που είναι εύκολα προσβάσιμη, όπως είναι για παράδειγμα το φαγητό.

Ίσως αρχικά να μη μπορεί κανείς να αντιληφθεί τη σύνδεση ανάμεσα στο ανεκπλήρωτο μέσα μας και σε αυτά που τρώμε, αλλά υπάρχει μια εύκολη άσκηση που μπορεί κανείς να κάνει για να καταλάβει αν ισχύει κάτι τέτοιο. Θα σας εξηγήσω στο τέλος, για να διαφυλάξω και λίγο το σασπένς. 😉

Η διαδικασία του φαγητού από μόνη της αποτελεί μία από τις πιο οικίες και προσωπικές διαδικασίες. Είναι από τα πρώτα πράγματα στη ζωή μας που μας δίνουν ένα αίσθημα ασφάλειας, ζεστασιάς και αγάπης, γιατί αποτελούν επισφράγιση και σύμβολο της πρώτης και σημαντικότερης σχέσης μας, εκείνη με τη μητέρα μας. Η ίδια η σχέση είναι και εκείνη που μας δίνει την αίσθηση της απόλυτης, άνευ όρων αποδοχής, την οποία είναι δύσκολο να βρούμε στην καθημερινότητά μας. Ειδικά όταν την ψάχνουμε στα πρόσωπα των άλλων τη στιγμή που θα έπρεπε να την παρέχουμε οι ίδιοι στον εαυτό μας.

Εκεί είναι τα δύσκολα όμως. Το γεγονός ότι την ψάχνουμε στα πρόσωπα των άλλων δείχνει τη δική μας ανασφάλεια και η ανασφάλεια αυτή διαιωνίζει το πρόβλημα. Πιστεύω πως προκύπτει από τον φόβο μπροστά στην απόρριψη. Δεν αποτελεί, όμως, ταυτόχρονα απόρριψη του ίδιου μας του εαυτού από τη στιγμή που θεωρούμε πως αυτό που σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε ή θέλουμε είναι πολύ λίγο ή κατώτερο για να το δείξουμε στους άλλους; Και δεν είναι αυτό η πρωταρχική αιτία που μας οδηγεί στο να τα κρατάμε όλα μέσα μας και να μην αφήνουμε τους άλλους να δουν ποιοι πραγματικά είμαστε;

Πόνεσε το μυαλό σας; Ωραία. Έχω κι άλλα.

Για να μπορέσει κανείς να βρει τη φωνή του, θεωρώ πως πρέπει να είναι αυθεντικός. Να δίνει και να δίνεται δίχως φίλτρο. Να μιλάει ανοιχτά για εκείνα που τον καίνε, ακόμα κι αν ξέρει πως οι άλλοι ίσως να μην καταλαβαίνουν. Να κάνει εκείνα που πραγματικά θέλει και όχι αυτά που του επιβάλλονται. Να έχει το θάρρος να αλλάζει όταν αισθάνεται ότι πρέπει και να αρνείται να μένει στάσιμος, επειδή έχουν μείνει όλοι οι άλλοι.

Όσο μεγαλύτερος είναι ο βαθμός αποδοχής μας για τον εαυτό μας, τόσο μικρότερη γίνεται η ανάγκη να ικανοποιήσουμε αυτήν την ίδια ανάγκη σε φυσιολογικό και βιολογικό επίπεδο.

Δεν είναι πάντα εύκολο, το ξέρω. Ούτε είναι κάτι που απλά αποφασίζεις μια μέρα να το κάνεις και το κάνεις έτσι απλά. Θέλει προσπάθεια η αυθεντικότητα, γιατί όλα εκείνα τα φίλτρα που έχουμε εγκαταστήσει μεγαλώνοντας, δε μπορούν να εξαφανιστούν από τη μία μέρα στην άλλη. Και είναι όλα εκείνα τα φίλτρα που ξεκινούν με τη λέξη “μη”.

“Μη λες τη γνώμη σου, θα σε παρεξηγήσουν.” “Μην εκφράζεις τα συναισθήματά σου, θα πληγωθείς.” “Μη βοηθάς τους πάντες, θα σε περάσουν για κορόιδο.” “Μη φέρνεις αντίρρηση, θα απολυθείς.” Μη, μη, μη…

Και στο τέλος μένεις να αναρωτιέσαι αν τελικά είναι δική σου η ζωή που ζεις ή κάποιου άλλου. Λες και δεν είναι αρκετά τα προβλήματά σου, έχεις και τα υπαρξιακά.

Η άσκηση που ανέφερα πριν είναι απλή, αν και όχι εύκολη. Είναι το μάθει κανείς να ρωτάει πάντα “γιατί;”. Γιατί κάνω αυτό που κάνω; Γιατί τρώω; Γιατί θέλω κι άλλο καφέ; Γιατί άναψα τσιγάρο; Γιατί έχω κολλήσει στον υπολογιστή, αντί να κανονίσω κάτι με φίλους; Πολλές φορές εκείνα που θέλουμε, αλλά δεν κάνουμε, μας οδηγούν σε άλλα που στην πραγματικότητα δεν θέλουμε να κάνουμε. Για μένα το ρόλο αυτό έπαιζε το φαγητό. Για κάποιον άλλο μπορεί να είναι το τσιγάρο. Η ουσία του πράγματος είναι πως όταν αρχίζει κανείς να διερωτάται για ποιο λόγο κάνει αυτά που κάνει, αρχίζει και να εντοπίζει σιγά σιγά κι εκείνα τα όρια που έχει συνηθίσει και αισθάνεται μέσα τους άνετα μόνο και μόνο επειδή τα έχει συνηθίσει. Όταν εντοπίζεις όμως κάτι που στην ουσία δεν σε εξυπηρετεί, αρχίζεις να το αμφισβητείς και μέσα απο αυτήν την αμφισβήτηση γεννιέται η επιθυμία να αλλάξεις και να περάσεις τα όρια σου.

Η αυθεντικότητα και η ελεύθερη έκφραση δεν είναι πολυτέλειες, είναι βασικές ανάγκες για την ψυχική μας υγεία. Σε βάθος χρόνου είναι πολύ πιο εύκολο το να είσαι ο εαυτός σου, γιατί οτιδήποτε καταπιεσμένο βρίσκει κάπου μέσα στο σώμα να κρυφτεί και είναι κρίμα να την πληρώνει το σώμα για εκείνα που απλά δεν είχαμε το θάρρος να κάνουμε ή να πούμε.

Πολύ λίγοι κάνουν κλικ εδώ...